“ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ” (Ελεύθερος Τύπος 02.10.2014)

“ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ”

Μία ανάγνωση των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό κι αμέσως γίνεται κατανοητό ότι ο άξονας που κινείται είναι η ισχυροποίηση του ρόλου του Δημοσίου κι η μόνιμη καταγγελία των καπιταλιστών επιχειρηματιών. Ξεκινώντας από ένα πομπώδες κατηγορώ της «ενιαίας άποψης», η οποία ως «πολιτιστικός ιμπεριαλισμός», των ΗΠΑ, επιβάλλει την «ηγεμονία μιας διεθνοποιημένης εμπορίας κουλτούρας», είναι προφανές ότι δείχνει ως εχθρούς την παγκοσμιοποίηση και τον κακό καπιταλιστικό καταναλωτισμό. Πως λοιπόν θα μπορούσε ν’ αποφευχθεί ο τραυματισμός των ιδιαίτερων εθνικών και περιφερειακών πολιτισμών; Μέσα από την ισχυροποίηση του Δημοσίου, το όποιο και σ΄ όλες τις περιπτώσεις καλλιτεχνικής έκφρασης θα παίξει τον ρόλο του προστάτη. Λες κι η τέχνη ή η δημιουργικότητα έχει ανάγκη από «προστάτες» για να ανθίσει. Λες κι η γραφειοκρατία του Δημοσίου θα συμβάλλει στην απελευθέρωση της έμπνευσης του καλλιτέχνη. Ας γελάσω δυνατά κι απρεπώς ειρωνικά γι΄ αυτήν την διαπίστωση. Η τέχνη και γενικώς κάθε δημιουργική έκφραση, δεν αναπτύχθηκε ποτέ μέσα την προσωπικότητα του Δημοσίου. Αντίθετα αναπτύχθηκε πάντα μέσα σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, μοναχικότητας, και διαλόγου με ιδιώτες κι επιχειρηματίες. Γκαλερίστες και συλλέκτες ήταν αυτοί που χρηματοδότησαν γίγαντες όπως ο Πικάσσο, Νταλί, Μιρό, Ντουσάμπ, Μπόϋς, Γουρχωρ, Μπέικον, Μπαζελιτς, Κίφερ, για αναφερθώ μόνο σε κάποια ενδεικτικά ονόματα ηρώων της παγκόσμιας εικαστικής οικογένειας. Όλα τα αριστουργήματα από την Γκουέρνικα του Πικάσσο, μέχρι την «καρέκλα με λίπος» του Μπόϋς ή την «μοναχική μηχανή» του Ντουσάμπ, έγιναν από φροντίδα του ενδιαφέροντος των ιδιωτών, των οποίων το προσωπικό πάθος συνδυάστηκε με την χρηματοδοτική τους χειρονομία. Θα μπορούσα ν αναφερθώ και σε παραδείγματα της λογοτεχνίας, θεάτρου, κινηματογράφου, χορού, κλπ. όταν αντίστοιχα ότι αριστουργήματα έγινε έκρυβε από πίσω κάποιον επιχειρηματία. Το προσωπικό γούστο, που έλεγε,όπως , μπορεί να κάνει δημιουργήματα. Ενώ το Δημόσιο γούστο δημιουργεί τέρατα. Όπως αυτά που γέννησε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και το Σοβιετικό Δημόσιο, που, όπως αντίστοιχα ο Χίτλερ, έτσι κι αυτό με τον Σταλινισμό, εξόντωσαν ιδιοφυίες όπως ο Μαλεβιτς, η πόποβα , κι άλλους του ρώσικου σουπρεματισμού, επειδή δεν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι αλλά μοναχικοί δημιουργικοί καλλιτέχνες.
Τα δημόσιο είναι ο εχθρός της τέχνης. Κι ο φίλος της, το θεμέλιο της, είναι η ανάγκη καινοτομίας. Κι αυτό συμβαίνει στη φιλελεύθερη αγορά, όπου οι επιχειρηματίες μπορούν να βάλουν τα χρήματα τους να γεννηθούν αριστουργήματα. Ο Γκαγκοζιάν , ο Βέρνερ, ο Μέντς, και τόσοι άλλοι γκαλερίστες πασίγνωστοι και μαζί με αυτούς σπουδαίοι συλλέκτες όπως ο δόκτωρ Μαξ κ΄ άλλοι είναι μέσα από την προσωπική τους επιχειρηματικότητα και πάθος που ενίσχυαν και ενισχύουν καθημερινά την τέχνη, μέσα από τις καταπληκτικές και σπάνιες συλλογές έργων που οι ίδιοι πληρώνουν, συμβάλλοντας έτσι άμεσα στην άνθιση του πολιτισμού. Όλη η ιστορία της Τέχνης είναι ιστορία ενός ανεξέλεγκτου πάθους μεταξύ του επιχειρηματία – συλλέκτη και του έργου τέχνης. Δεν θα υπήρχαν καλλιτέχνες σήμερα όπως ο Τζεφ Κουνς, ο Γκεοργκ Μπαζελιτς ή ο Ζαν Μισελ Μπασκιά, εάν δεν υπήρχαν από πίσω τους επιχειρηματίες χορηγοί όπως ο Μπρουνο Μπισοφμπεργκερ, ή ο Μιχαήλ Βέρνερ οι οποίοι χρηματοδότησαν τα έργα τους και τις πιο εντυπωσιακές παραγωγές τους. Δεν υπάρχει κανένας άλλος Δρόμος στην τέχνη παρά η μοναδική σχέση επιχειρηματία –καλλιτέχνη-έργο τέχνης. Οποιαδήποτε άλλη πορεία που πέρνα από το δημόσιο φτιάχνει καλλιτέχνες υπάλληλους, γραφειοκράτες και σίγουρα ποτέ ιδιοφυίες. Το Δημόσιο μπορεί μόνο να ασχοληθεί με υποδομές και αυτές σε ειδικές περιπτώσεις μιας και σήμερα ακόμα και τα πιο διάσημα μουσεία ανοίγονται σε συνεργασίες με επιχειρηματίες. Για παράδειγμα στο Περίφημο Λούβρο η πλειοψηφία του μπάντζετ ανήκει σ’ ιδιώτες. Και το μουσείο πάει περίφημα δίχως ν΄ αποκλίνει από καμία πολιτιστική γραμμή. Ας το καταλάβουν οι του ΣΥΡΙΖΑ. Η πρόταση τους χωλαίνει όπως χωλαίνει κι η απουσία μεθοδολογίας για την υλοποίηση της εξωστρέφειας του πολιτισμού που επικαλούνται. Όμως γι αυτό το τελευταίο θα επανέλθω με άλλο άρθρο.

Δημοσθένης Δαββέτας