Oct 302014
 

Σεξ και Γοητεία στην Τέχνη
Από την πρώτη στιγμή επίσκεψης στην FIAC, την διεθνή έκθεση σύγχρονη τέχνη στο Παρίσι(βαρόμετρο της παγκόσμιας εικαστικής κατάστασης), γίνεται αντιληπτό ότι οι τιμές έργων μπορούν να φτάσουν ως τις 800.000 δολάρια. Πρόκειται σε γενικές γραμμές για έργα ευτελών υλικών (με κυρίαρχο το πλαστικό), εφήμερα, που σχολιάζουν την επικαιρότητα με την άμεση προκλητικότητα σεξουαλικής σημειολογίας. Ένας εκ των στάρ αυτής της ατμόσφαιρας, ο πασίγνωστός για τα σκατολογικά του έργα, ο αμερικανός Pαul Mac Carthy, υπήρξε και ο πρωταγωνιστής ενός σκανδάλου. Του ζητήθηκε από την αρμόδια επιτροπή του Παρισιού να δημιουργήσει ένα Χριστουγεννιάτικο δένδρο που θα στηνόταν στην πολυτελή περιοχή της Place Vendome. Κι εκείνος έφτιαξε ένα φουσκωμένο πλαστικό σεξουαλικό παιχνίδι (υπαινιγμός πέους) ύψους 25 μέτρων. Το ονόμασε “Tree”. Αυτό λοιπόν το σεξουαλικό «δένδρο» καταστράφηκε από την επίθεση ενός αγανακτισμένου θεατή του οποίου η εθνική κι αισθητική ευαισθησία εθίγη. Ανεξάρτητα από το δίκιο ή άδικο του επιτιθέμενου, πρέπει να σημειωθεί ότι η σύγχρονη τέχνη έχει δύο πρόσωπα. Το ένα είναι αυτό της γοητείας και το αντιπροσωπεύουν εικαστικοί μεγάλου βεληνεκούς που ζούν και εργάζονται ανανεώνοντας κι εμπλουτίζοντας την καλλιτεχνική γλώσσα. Τέτοιοι είναι μεταξύ άλλων οι Kieffer, baselitz, Richter, καλλιτέχνες που είναι δημιουργικά ανατρεπτικοί. Το δεύτερο πρόσωπο της σύγχρονης τέχνης το αντιπροσωπεύουν εικαστικοί που επενδύουν όπως ο Mac Carthy στην σεξουαλική πρόσκληση και σε μία μορφή «αντί-τέχνης», κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι στο όνομα μίας κοινωνικής κριτικής να αφαιρούν κάθε πνευματική αξία του έργου. Να το κάνουν δηλαδή ένα παιχνίδι κατανάλωσης φθαρτό με ημερομηνία λήξης. Αυτή η τάση κατά βάθος μισεί την ανατρεπτική δυναμική που ‘χει εκ γενετής η τέχνη κι ας μιλά για ανατροπή, ριζοσπαστικότητα κι επανάσταση. Κι εδώ ακριβώς έχουμε μπροστά μας το εξής παράδοξο: και τα δυο πρόσωπα της σύγχρονης τέχνης τα στηρίζουν οικονομικά πανίσχυροι επιχειρηματίες, αφεντικά της LUX βιομηχανίας, οικονομικοί κολοσσοί, τραπεζίτες, γενικώς η «μισητή» πλουτοκρατία του καπιταλισμού. Τα πιο ακραία και προκλητικά έργα χρηματοδοτούνται από αυτούς που παράλληλά στηρίζουν την σοβαρή τέχνη της γοητείας. Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί η βιομηχανία του LUX χρησιμοποιεί την στρατηγική επικοινωνίας που είναι το βασικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης. Μέσα από την επικοινωνιακή πρόκληση πουλούν και αγοράζουν, διαφημίζουν και διαφημίζονται. Κυριαρχούν έτσι προσαρμόζοντας την στρατηγική τους στα παγκοσμοιοποιημένα δεδομένα. Γι’ αυτό ακούγεται γελοίο και υποκριτικό καλλιτέχνες ανατρεπτικοί κι αριστεροί να στηρίζονται κυριολεκτικά από την βιομηχανία των πάμπλουτων. Το σωστότερο είναι να πούμε το εξής: Το πανίσχυρο επιχειρηματικό σύστημα σπέρνει καλλιεργεί και παράγει την αντί συστημική τέχνη. Την χρησιμοποιεί ως πειραματόζωο για τις δικές της καινοτομικές ανάγκες. Το σύστημα χρησιμοποιεί την προοδευτική τέχνη σαν την πρωτοπορία (avant-garde) της διαιώνισης του. Η σύγχρονη αντi – συστημική τέχνη είναι η καινοτομική βιτρίνα της διαχρονικής κυριαρχίας του συστήματος.

Δημοσθένης Δαββέτας

Τo άρθρο μου στην εφημερίδα Ελέυθερος  Τύπος, σήμερα 30 Οκτωμβρίου 2014 με τίτλο: Σεξ  και Γοητεία στην Τέχνη
Από την πρώτη  στιγμή επίσκεψης στην FIAC, την διεθνή  έκθεση σύγχρονη τέχνη στο Παρίσι(βαρόμετρο της  παγκόσμιας εικαστικής κατάστασης), γίνεται  αντιληπτό ότι οι τιμές  έργων  μπορούν  να  φτάσουν ως τις 800.000 δολάρια. Πρόκειται σε  γενικές  γραμμές για  έργα  ευτελών υλικών (με  κυρίαρχο το πλαστικό), εφήμερα,  που σχολιάζουν την επικαιρότητα  με  την  άμεση προκλητικότητα σεξουαλικής σημειολογίας. Ένας εκ των στάρ αυτής της  ατμόσφαιρας, ο  πασίγνωστός για τα σκατολογικά  του έργα, ο  αμερικανός Pαul Mac Carthy, υπήρξε  και ο  πρωταγωνιστής  ενός  σκανδάλου. Του  ζητήθηκε  από την αρμόδια  επιτροπή του Παρισιού  να  δημιουργήσει ένα  Χριστουγεννιάτικο δένδρο που  θα στηνόταν στην  πολυτελή περιοχή της  Place  Vendome. Κι εκείνος έφτιαξε ένα  φουσκωμένο πλαστικό σεξουαλικό παιχνίδι (υπαινιγμός  πέους) ύψους  25  μέτρων. Το  ονόμασε “Tree”. Αυτό  λοιπόν  το  σεξουαλικό «δένδρο» καταστράφηκε  από την επίθεση ενός αγανακτισμένου θεατή του  οποίου η  εθνική κι αισθητική ευαισθησία εθίγη. Ανεξάρτητα από το  δίκιο ή  άδικο του επιτιθέμενου, πρέπει  να  σημειωθεί ότι η  σύγχρονη  τέχνη έχει δύο πρόσωπα. Το  ένα είναι αυτό της γοητείας και το αντιπροσωπεύουν εικαστικοί  μεγάλου βεληνεκούς που ζούν και εργάζονται ανανεώνοντας κι εμπλουτίζοντας  την  καλλιτεχνική  γλώσσα. Τέτοιοι είναι μεταξύ  άλλων  οι Kieffer, baselitz, Richter, καλλιτέχνες  που  είναι δημιουργικά  ανατρεπτικοί. Το δεύτερο  πρόσωπο  της σύγχρονης  τέχνης  το αντιπροσωπεύουν  εικαστικοί  που  επενδύουν όπως  ο Mac Carthy   στην  σεξουαλική  πρόσκληση  και  σε  μία  μορφή «αντί-τέχνης», κύριο χαρακτηριστικό  της  οποίας  είναι στο όνομα  μίας  κοινωνικής  κριτικής να αφαιρούν  κάθε  πνευματική αξία του  έργου. Να το κάνουν  δηλαδή  ένα  παιχνίδι  κατανάλωσης  φθαρτό  με  ημερομηνία  λήξης. Αυτή  η  τάση  κατά βάθος  μισεί την  ανατρεπτική  δυναμική  που ‘χει εκ γενετής η  τέχνη κι  ας μιλά για  ανατροπή, ριζοσπαστικότητα  κι επανάσταση. Κι εδώ ακριβώς  έχουμε  μπροστά  μας  το  εξής  παράδοξο: και τα δυο πρόσωπα  της  σύγχρονης  τέχνης  τα  στηρίζουν οικονομικά  πανίσχυροι επιχειρηματίες, αφεντικά  της  LUX βιομηχανίας, οικονομικοί  κολοσσοί, τραπεζίτες,   γενικώς η «μισητή»  πλουτοκρατία του  καπιταλισμού.  Τα  πιο ακραία  και  προκλητικά  έργα  χρηματοδοτούνται από  αυτούς  που  παράλληλά  στηρίζουν  την  σοβαρή τέχνη της  γοητείας. Γιατί  γίνεται αυτό; Γιατί  η  βιομηχανία  του  LUX χρησιμοποιεί την  στρατηγική επικοινωνίας που είναι  το  βασικό στοιχείο της  παγκοσμιοποίησης. Μέσα  από την  επικοινωνιακή  πρόκληση  πουλούν  και  αγοράζουν, διαφημίζουν και  διαφημίζονται. Κυριαρχούν  έτσι προσαρμόζοντας  την στρατηγική  τους  στα  παγκοσμοιοποιημένα δεδομένα. Γι’ αυτό ακούγεται γελοίο και υποκριτικό καλλιτέχνες ανατρεπτικοί κι αριστεροί να  στηρίζονται κυριολεκτικά  από την  βιομηχανία των  πάμπλουτων. Το σωστότερο  είναι να  πούμε το  εξής: Το  πανίσχυρο επιχειρηματικό σύστημα σπέρνει καλλιεργεί και  παράγει  την  αντί συστημική τέχνη.  Την  χρησιμοποιεί ως  πειραματόζωο για τις  δικές  της  καινοτομικές  ανάγκες.  Το  σύστημα χρησιμοποιεί την προοδευτική  τέχνη σαν την πρωτοπορία (avant-garde) της διαιώνισης  του. Η  σύγχρονη  αντi - συστημική  τέχνη είναι  η καινοτομική  βιτρίνα της  διαχρονικής  κυριαρχίας  του  συστήματος.

Δημοσθένης Δαββέτας
Oct 282014
 

“Η Γερμανική Στρατηγική”
Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν εξ’ αρχής κι αναντίρρητα: η Γερμανία, η χώρα «μοντέλο» για την σημερινή κυρίαρχη ευρωπαϊκή πολιτική, η Γερμανία των πετυχημένων Μέρκελ και Σόϊμπλε, κινδυνεύει να ‘μπει σε περίοδο ύφεσης. Έχοντας το 28,5% του πλούτου της Ευρωζώνης, το οποιοδήποτε γεγονός οπισθοδρόμησης της Ανάπτυξης, θα μεταφερόταν, σ΄ ένα είδος καινούργιας ὐφεσης της ευρωζώνης, η οποία και θα ήταν η τρίτη, μέσα σε πέντε χρόνια. Ακόμη κι αν οι ειδικοί λένε ότι το διαφαινόμενο πρόβλημα είναι μόνο τεχνικό και μπορεί να λυθεί γρήγορα, εν τούτοις, για την Γηραιά Ήπειρο, ή οποία μόλις κι έχει αρχίσει να επουλώνει τα τραύματα της οικονομικής κρίσης του 2009 κι ακόμη έχει σημάδια από της κρίσης του χρέους του 2011, θα ήταν ένα ισχυρό χτύπημα, απρόσμενο και δύσκολο να θεραπευτεί άμεσα και γρήγορα. Τι λένε λοιπόν οι αριθμοί; Η γερμανική «αμαξοστοιχία» από το καλοκαίρι κι ως σήμερα υφίσταται, μία ανήσυχη πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής, μείωση κι οπισθοχώρηση της ζήτησης και exportation, ενώ η αριθμητική αρνητικότητα του Αυγούστου του 2014 είναι ανάλογη μ’ εκείνη του Φεβρουαρίου του 2009, όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση καταπλάκωσε την Ευρώπη. Και ποια είναι η αιτία αυτής της κατάστασης; Είναι η μείωση της γενικής παγκοσμοιοποιημένης οικονομίας λόγω της μείωσης αγοράς, από δύο κορυφαίους αγοραστές, την Κίνα και την Ρωσία, που συμβάλλουν καθοριστικά στη διεθνή σημερινή οικονομία.
Οι δύο αυτοί οικονομικοί γίγαντες, αγοράζουν λιγότερα προϊόντα Γερμανικής προέλευσης. Το γεγονός αυτό σκορπίζει μία σιωπηλή συγκρατημένη ανησυχία των ισχυρών της οικονομίας γύρω από την πορεία της Ευρωζώνης. Διότι αν η Γερμανία κοντοστέκεται, τότε είναι βέβαιο ότι ούτε η Γαλλία, ούτε η Ιταλία, οι άλλες δύο κορυφαίες οικονομικά Ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορέσουν να πρωταγωνιστήσουν, για να θεραπευτεί η οικονομική κρίση. Βέβαια σ’ επίπεδο φιλοσοφίας, ή αν θέλετε νοοτροπίας, η Γερμανία έχει ένα μεγάλο σύμμαχο: τον αυτό της. Είναι η μόνη χώρα που έγκαιρα κατάλαβε ότι η νέα μορφή δυναμικής και δημιουργικών εξαγωγών περνά από την καινοτομία. Αλλάζοντας τα παγκόσμια οικονομικά δεδομένα των αγορών με την παγκοσμιοποίηση, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι, δεν έχει πια η Ευρώπη το μονοπώλιο πώλησης κάποιων «δικών» της προϊόντων προς χώρες που ‘ναι αναπτυσσόμενες (γιατί αυτές τ’ αυτοπαράγουν σήμερα), η Γερμανία, επένδυσε πιο γρήγορα απ όλους στην καινοτομία, έτσι ώστε τα νέα, καινοτομικά της προϊόντα (κυρίως σύγχρονη τεχνολογία) να γίνουν απαραίτητα και περιζήτητα παγκοσμίως. Κι αυτό θα ξανακάνει τώρα. Οι δομές της κοινωνίας της είναι έτοιμες από καιρό για τέτοιου είδους καταστάσεις που χρειάζονται γρήγορες επιδιορθωτικές κινήσεις. Όμως και πάλι, έστω και για λίγο η μείωση της Γερμανικής παραγωγικής ταχύτητας που μεταφράζεται σε μικρο-ύφεση, ανησυχεί την Ευρώπη και τις αγορές. Στα πλαίσια αυτά πολλοί και κυρίως οι «αριστερόστροφες» Ευρωπαϊκές δυνάμεις (μεταξύ των οποίων κι η δικής μας αξιωματική αντιπολίτευση), θα χαρούν διακριτικά γιατί θα πιστέψουν ότι επιτέλους (!!!), η τραυματισμένη Γερμανία, θα γίνει πιο «συμπαθητική» προς τους άλλους εταίρους της Ευρώπης. Η άποψη μου είναι πως θα κάνουν μεγάλο λάθος να δουν έτσι τα πράγματα. Θα ‘ναι τραγικό στρατηγικό λάθος να δουν αυτή τη μικρο-ύφεση των Γερμανών ως αδυναμία της φιλοσοφίας τους κι ως το σημείο –κλειδί , για να δικαιωθούν, αυτοί ως «αριστεροί ιερείς» του οικονομικού δικαίου, και να καταδικαστούν «οι δεξιοί»-φιλελεύθεροι της παγκοσμοιοποιημένης οικονομίας. Θα πρόκειται (κι ήδη το κάνουν με τις αναλύσεις τους) για σοβαρό στρατηγικό αναλυτικό λάθος. Αυτή η μαρξίζουσα «ταξική» διάγνωση δεν ισχύει στην σταθεροποιημένη σήμερα οικονομία. Η Γερμανία ίσως ξοδευτεί λίγο παραπάνω, για επενδύσεις, όμως θα εκσυγχρονίσει και θα προσαρμόσει πολύ γρήγορα στις παγκόσμιες ανάγκες τις υποδομές της. Κι ακόμη να το θυμηθείτε: δεν πρόκειται η Γερμανία να εγκαταλείψει το δόγμα της για ισορροπία του κρατικού προϋπολογισμού. Το 2015 μ’ ύφεση, ή όχι ο στόχος για «μηδέν έλλειμμα» παραμένει αμετακίνητος. Δεν είναι ο Ουκρανικός πόλεμος, ή τα προβλήματα των χωρών του Νότου, που θ’ αναγκάσουν το Βερολίνο , ν’ αλλάξει στρατηγική. Ακόμη κι αν δείξει κάποια οικονομική κατανόηση στο Γαλλικό ή Ιταλικό Προϋπολογισμό, ακόμη κι αν ανεχτεί δυσκολίες σ’ Ελλάδα ή Πορτογαλία, ακόμη και τότε , η Γερμανία θ απαιτήσει την συνέχεια των μεταρρυθμίσεων στις Ευρωπαϊκές χώρες. Κι αυτό γιατί βλέπει ότι μέσα από αυτές θα τονιστεί η καινοτομία που είναι το νέο όπλο για να ξαναγίνει η Ευρώπη ανταγωνιστική στο διεθνές στερέωμα. Αν γίνει πιο ευλύγιστη η Γερμανία θα ‘ναι προς όφελος της Ευρωπαϊκής Κεντρική Τράπεζας, όπου και θα μπορούσε να βοηθηθεί ο Μάριο Ντράγκη για να αγοράσει δημόσια χρέη κρατών κι έτσι να υποτιμήσει το ευρώ. Όμως σε κάθε περίπτωση, η γενική γραμμή της Γερμανικής Οικονομικής πολίτικης, το Τοτέμ του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, θα παραμείνει αναλλοίωτη: η μείωση των ευρωπαϊκών χρεών ως μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Δημοσθένης Δαββέτας

To άρθρο μου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 26 Οκτωμβρίου 2014 με τίτλο: 
"Η  Γερμανική  Στρατηγική"
Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν εξ’ αρχής  κι αναντίρρητα:  η  Γερμανία,  η χώρα  «μοντέλο» για την  σημερινή κυρίαρχη ευρωπαϊκή πολιτική, η  Γερμανία των πετυχημένων Μέρκελ και Σόϊμπλε, κινδυνεύει να ‘μπει σε περίοδο ύφεσης. Έχοντας  το 28,5% του πλούτου της Ευρωζώνης, το οποιοδήποτε  γεγονός οπισθοδρόμησης της  Ανάπτυξης, θα  μεταφερόταν,  σ΄ ένα είδος  καινούργιας ὐφεσης της  ευρωζώνης, η  οποία και θα  ήταν η  τρίτη, μέσα σε  πέντε  χρόνια. Ακόμη κι αν οι ειδικοί λένε ότι το διαφαινόμενο πρόβλημα είναι μόνο τεχνικό και  μπορεί να  λυθεί  γρήγορα, εν τούτοις, για την Γηραιά Ήπειρο, ή οποία μόλις κι έχει αρχίσει να επουλώνει τα  τραύματα της οικονομικής κρίσης του  2009 κι ακόμη έχει σημάδια από της  κρίσης  του  χρέους του 2011, θα  ήταν ένα  ισχυρό χτύπημα, απρόσμενο και δύσκολο να  θεραπευτεί άμεσα  και γρήγορα. Τι λένε λοιπόν οι αριθμοί; Η γερμανική «αμαξοστοιχία» από το  καλοκαίρι κι  ως σήμερα υφίσταται, μία  ανήσυχη πτώση της βιομηχανικής της  παραγωγής, μείωση κι οπισθοχώρηση της  ζήτησης και exportation, ενώ η αριθμητική αρνητικότητα του Αυγούστου του 2014 είναι ανάλογη μ’ εκείνη του Φεβρουαρίου του  2009, όταν  η παγκόσμια  οικονομική  κρίση καταπλάκωσε την Ευρώπη. Και ποια  είναι η  αιτία  αυτής  της  κατάστασης; Είναι η μείωση της  γενικής παγκοσμοιοποιημένης οικονομίας λόγω της  μείωσης αγοράς, από δύο κορυφαίους αγοραστές, την  Κίνα και την Ρωσία, που συμβάλλουν καθοριστικά στη διεθνή σημερινή  οικονομία.  
Οι δύο αυτοί οικονομικοί γίγαντες, αγοράζουν λιγότερα προϊόντα Γερμανικής προέλευσης. Το  γεγονός αυτό σκορπίζει μία  σιωπηλή συγκρατημένη ανησυχία των ισχυρών της οικονομίας γύρω από την πορεία της  Ευρωζώνης. Διότι αν  η Γερμανία κοντοστέκεται, τότε είναι βέβαιο ότι  ούτε  η  Γαλλία, ούτε  η  Ιταλία, οι άλλες δύο κορυφαίες οικονομικά Ευρωπαϊκές  χώρες, θα  μπορέσουν να  πρωταγωνιστήσουν, για να   θεραπευτεί η  οικονομική κρίση. Βέβαια σ’ επίπεδο φιλοσοφίας, ή  αν  θέλετε νοοτροπίας, η  Γερμανία έχει ένα μεγάλο σύμμαχο: τον αυτό της. Είναι  η μόνη χώρα που έγκαιρα κατάλαβε  ότι η  νέα μορφή  δυναμικής και δημιουργικών εξαγωγών περνά από την καινοτομία. Αλλάζοντας  τα  παγκόσμια οικονομικά  δεδομένα των αγορών με την παγκοσμιοποίηση, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι, δεν έχει πια  η  Ευρώπη το μονοπώλιο πώλησης  κάποιων «δικών» της  προϊόντων προς  χώρες που  ‘ναι  αναπτυσσόμενες (γιατί αυτές τ’ αυτοπαράγουν σήμερα), η  Γερμανία, επένδυσε  πιο γρήγορα απ όλους στην καινοτομία, έτσι  ώστε  τα  νέα, καινοτομικά  της  προϊόντα (κυρίως σύγχρονη τεχνολογία) να  γίνουν απαραίτητα και περιζήτητα παγκοσμίως.  Κι αυτό  θα  ξανακάνει τώρα. Οι δομές της  κοινωνίας της  είναι έτοιμες από  καιρό  για τέτοιου είδους  καταστάσεις που χρειάζονται γρήγορες επιδιορθωτικές  κινήσεις. Όμως και πάλι, έστω και  για  λίγο η μείωση της Γερμανικής παραγωγικής  ταχύτητας που  μεταφράζεται σε  μικρο-ύφεση, ανησυχεί την Ευρώπη και τις  αγορές.  Στα  πλαίσια  αυτά  πολλοί και  κυρίως οι «αριστερόστροφες»  Ευρωπαϊκές δυνάμεις (μεταξύ των οποίων κι η  δικής μας  αξιωματική αντιπολίτευση), θα  χαρούν διακριτικά  γιατί θα  πιστέψουν  ότι  επιτέλους (!!!), η τραυματισμένη Γερμανία, θα  γίνει πιο «συμπαθητική» προς τους  άλλους  εταίρους της  Ευρώπης. Η  άποψη μου είναι πως θα  κάνουν μεγάλο λάθος  να  δουν έτσι τα  πράγματα. Θα ‘ναι τραγικό  στρατηγικό λάθος να  δουν αυτή τη  μικρο-ύφεση  των  Γερμανών ως αδυναμία της  φιλοσοφίας  τους κι  ως το  σημείο –κλειδί , για  να  δικαιωθούν, αυτοί ως «αριστεροί ιερείς» του οικονομικού δικαίου, και να καταδικαστούν «οι δεξιοί»-φιλελεύθεροι  της  παγκοσμοιοποιημένης  οικονομίας.  Θα  πρόκειται (κι ήδη το κάνουν με τις  αναλύσεις  τους) για σοβαρό  στρατηγικό αναλυτικό λάθος. Αυτή η μαρξίζουσα «ταξική»  διάγνωση δεν  ισχύει στην  σταθεροποιημένη σήμερα  οικονομία. Η  Γερμανία ίσως ξοδευτεί λίγο  παραπάνω, για  επενδύσεις, όμως θα εκσυγχρονίσει και  θα προσαρμόσει πολύ γρήγορα στις παγκόσμιες  ανάγκες τις  υποδομές  της.  Κι  ακόμη να το  θυμηθείτε: δεν πρόκειται η Γερμανία να  εγκαταλείψει το δόγμα της  για  ισορροπία του  κρατικού προϋπολογισμού. Το  2015 μ’ ύφεση, ή  όχι  ο στόχος για  «μηδέν έλλειμμα» παραμένει αμετακίνητος.  Δεν  είναι ο Ουκρανικός πόλεμος, ή  τα  προβλήματα των  χωρών του  Νότου, που  θ’ αναγκάσουν το  Βερολίνο , ν’ αλλάξει στρατηγική. Ακόμη κι  αν δείξει κάποια οικονομική κατανόηση στο Γαλλικό ή  Ιταλικό Προϋπολογισμό, ακόμη κι  αν ανεχτεί δυσκολίες σ’ Ελλάδα ή  Πορτογαλία, ακόμη  και τότε , η  Γερμανία θ απαιτήσει την συνέχεια των μεταρρυθμίσεων στις  Ευρωπαϊκές  χώρες. Κι αυτό γιατί βλέπει ότι  μέσα  από αυτές θα  τονιστεί η  καινοτομία που  είναι το νέο όπλο για  να  ξαναγίνει η  Ευρώπη ανταγωνιστική στο διεθνές στερέωμα. Αν  γίνει  πιο ευλύγιστη η  Γερμανία θα ‘ναι προς  όφελος  της  Ευρωπαϊκής  Κεντρική  Τράπεζας, όπου και  θα  μπορούσε  να  βοηθηθεί ο  Μάριο  Ντράγκη για  να αγοράσει δημόσια  χρέη κρατών κι  έτσι να  υποτιμήσει το ευρώ. Όμως σε  κάθε  περίπτωση, η γενική  γραμμή της  Γερμανικής  Οικονομικής  πολίτικης, το Τοτέμ του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, θα  παραμείνει αναλλοίωτη: η  μείωση  των  ευρωπαϊκών χρεών ως μακροπρόθεσμη  στρατηγική.

Δημοσθένης Δαββέτας
Oct 282014
 

 Η Ελαφρότητα του πολέμου

Μετά την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, σχεδόν η πλειονότητα του Αραβο-μουσουλμανικού κόσμου, βρέθηκε υπό τον έλεγχο των πανίσχυρων Δυτικών δυνάμεων. Από το τέλος όμως του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η ίδια η Δύση, αποφάσισε να φύγει από τις αποικίες της σταδιακά. Παρά την απομάκρυνση της όλο και κάτω από διάφορες αιτίες επιστρέφει. Τα τελευταία δε εικοσιπέντε χρόνια, οι Δυτικοί στρατιώτες επιστρέφουν για να διορθώσουν το ά ή το β’ πολιτικό λάθος στην περιοχή. Οι μόλις προαναφερθείσες διαπιστώσεις δεν φαντάζουν άμεσα στα μάτια ενός λογικού ανθρώπου ως παράδοξο; Γιατί πώς από την μία να φεύγουν από την Μέση Ανατολή κι από την άλλη να επιστρέφουν κάθε λίγο με στρατιωτικές επεμβάσεις; Μήπως κρύβεται πίσω από αυτή την δίχως – σύνορα δυτική δράση μία αποικιακή παρόρμηση, μία επιστροφή του παρελθόντος; Τυπικά πάντως οι λόγοι είναι οι συνήθως γνωστοί που καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε στον τύπο ή τις επίσημες ανακοινώσεις: «ανθρωπιστική βοήθεια» -«δικαιώματα του ανθρώπου» – «στήριξη της Δημοκρατίας» – «δικαίωμα προστασίας και βοήθειας πληθυσμών» – δικαίωμα προστασία μειονοτήτων» – «εναντίον της εθνοκάθαρσης» κι άλλα τέτοια ανάλογα. Ουσιαστικά όμως όλες αυτές οι λέξεις και τα ονόματα, κρύβουν μία συγκεκριμένη στρατηγική. Αν δε σ’ αυτό προστεθεί ότι συχνά πολλές στρατιωτικές επεμβάσεις έγιναν υπό το κράτος έντονης συγκινησιακής φόρτισης κι όχι λογικής, τότε γίνεται κατανοητό ότι κάτι δεν πάει καλά με τις δυτικές επιλογές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η για να το πω πιο απλά: δεν υπάρχει γενικό στρατηγικό πλάνο. Κι αυτό γιατί άλλες επεμβάσεις είναι ορθολογικές κι άλλες όχι. Πχ. Η επέμβαση στη Λιβύη ή αυτή στη Συρία είναι λάθος. Το ‘χω πει και γράψει πολλές φορές. Γιατί δίνει όπλο κι εξουσία στο Τζιχαντιστές. Όμως η επέμβαση στο Μάλι, η τώρα εναντίον του Ισλαμικού κράτους είναι ορθές. Άλλωστε ακόμη κι ο «ειρηνικός» Ομπάμα , μπροστά στην απειλή των Ισλαμιστών και την γενοκτονία που επιχειρούν εναντίον των χριστιανών, των Γιαζίδις, των Αλαχοϊτών, των Σιϊτών ή των Κούρδων, αντέδρασε λέγοντας «δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια». Βέβαια κάποιος εδώ θα μπορούσε να μιλήσει και για την ευθύνη των Αμερικανών που έδιωξαν πολλά ικανά στελέχη που διοικούσαν χώρες όπως το Ιρακ. ¨Όμως ας μην σταθώ σ’ αυτή την κατάσταση που θ’ άνοιγε εδώ άλλο κεφάλαιο. Θέλω να μείνω στην ανάγκη δημιουργίας ενός σταθερού πλαισίου που θα νομιμοποιεί κάθε στρατιωτική επέμβαση. Το χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Κι αυτό είναι η επιστροφή του κυριαρχικού ρόλου του ΟΗΕ. Η ανθρωπότητα κουράστηκε κι εργάστηκε πολύ για να δομήσει την οργάνωση των Ηνωμένων εθνών. Χρειάστηκαν δύο καταστροφικοί παγκόσμιοι πόλεμοι για να επιτευχθεί αυτό. Κι όμως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, πολλές φορές αγνοήθηκε και ξεπεράστηκε με τεχνάσματα ή δικαιοδοσία του ΟΗΕ. Το Μάρτιο του 1999 έγινε πόλεμος στο Κόσσοβο δίχως η απόφαση να περάσει από το Συμβούλιο Ασφαλείας και δίχως να γίνει συζήτηση με τους Σέρβους, στο κράτος των οποίων άνηκε αυτή η επαρχία. Κάτι ανάλογο έγινε με τους πολέμους στην Γεωργία και την Ουκρανία. Αλλά επίσης και το 2003 η Αμερική σνόμπαρε τα Ηνωμένα Έθνη κι αποφάσισε την επέμβαση στο Ιράκ δίχως εντολή του διεθνούς οργανισμού. Βέβαια οι συγκυρίες κάποιες φορές είναι τέτοιες ώστε πρέπει να γίνουν γρήγορε δράσεις που να ξεπερνούν τα όρια του ΟΗΕ. Γι’ αυτό και θα πρέπει να υπάρξει ένα πλαίσιο. Αυτό πρέπει να λάβει υπόψη του τις εξής βασικές συνθήκες Δεν θα πρέπει να διωχθεί η εκάστοτε τοπική εξουσία αν προηγουμένως δεν έχει βρεθεί η αντίστοιχη επί τόπου που θα την αντικαταστήσει, ώστε να μην έχουμε φαινόμενα τύπου Τζιχαντιστών που εκμεταλλεύονται το κενό εξουσίας και παίρνουν όπλα, χρήματα και δύναμη από τέτοιες καταστάσεις. Αλλιώς όποιες στρατιωτικές παρεμβάσεις προκαλούν αναρχία και φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα. Επίσης, όταν γίνεται παρέμβαση πρέπει να γίνεται για την προστασία των πληθυσμών και μόνο γι’ αυτό κι όχι να προκαλείται η διχόνοια μεταξύ των πολιτών. Κι ακόμη: αυτού του είδους οι πόλεμοι είναι πολυέξοδοι. Το να επέμβεις δύο φορές πχ. Στην Λιβύη για το ίδιο θέμα προκαλώντας αντίθετο αποτέλεσμα, βαρύνει τους φορολογούμενους, οι οποίοι δυσανασχετούν από την αναποτελεσματικότητα αυτής της άναρχης στρατηγικής. Όλοι μας θυμόμαστε την θριαμβευτική εμφάνιση του Σαρκοζί και τα διθυραμβικά του λόγια μετά την πτώση του Καντάφι. Όμως το αποτέλεσμα είναι σήμερα τόσο διαφορετικό και οι φράσεις του Γάλλου προέδρου ηχούν ακόμη ως κούφιες κι επιπόλαιες. Γιατί ξαφνικά ή άλλοτε «νομιμοκρατούμενη» Λιβύη, εκτός από τον αιματηρό εμφύλιο που ζει σήμερα, έχει γίνει άντρο τρομοκρατίας και μεσογειακό πέρασμα παράνομων μεταναστών και εμπόρων ναρκωτικών. Οι « εσωτερικοί» πόλεμοι μπορούν να γίνουν αποδεκτοί μόνον εάν ληφθούν υπόψη τα προαναφερθέντα ηθικά , ανθρωπιστικά κι οικονομικά κριτήρια. Διαφορετικά μετατρέπονται σε ηθική, οικονομική κι ανθρωπιστική πληγή για την ίδια τη Δύση. Ένας τέτοιου είδους πόλεμος είναι κάτι το πολύ σοβαρό για ν’ αντιμετωπίζεται με την ελαφρότητα που ως τώρα αντιμετωπίστηκαν αρκετοί απ’ αυτούς κυρίως στην Μέση Ανατολή.

Δημοσθένης Δαββέτας

Τo άρθρο μου στην εφημερίδα  Παρασκήνιο  Σάββατο 25  Οκτωμβρίου 2014 με τίτλο: Η Ελαφρότητα του πολέμου

Μετά την  πτώση  της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, σχεδόν η πλειονότητα  του Αραβο-μουσουλμανικού κόσμου, βρέθηκε υπό τον έλεγχο των πανίσχυρων Δυτικών δυνάμεων. Από το  τέλος όμως του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η ίδια η Δύση, αποφάσισε να  φύγει από τις  αποικίες της σταδιακά. Παρά την απομάκρυνση  της  όλο και κάτω από διάφορες αιτίες επιστρέφει.  Τα τελευταία δε εικοσιπέντε χρόνια, οι Δυτικοί στρατιώτες επιστρέφουν για  να διορθώσουν το ά ή το β’ πολιτικό λάθος στην περιοχή. Οι μόλις προαναφερθείσες διαπιστώσεις δεν φαντάζουν άμεσα στα μάτια ενός λογικού ανθρώπου ως παράδοξο; Γιατί πώς από την  μία  να  φεύγουν από την Μέση Ανατολή κι από την άλλη να επιστρέφουν κάθε  λίγο με στρατιωτικές επεμβάσεις;  Μήπως  κρύβεται πίσω από αυτή την δίχως – σύνορα δυτική δράση μία αποικιακή παρόρμηση, μία επιστροφή του παρελθόντος; Τυπικά πάντως οι λόγοι είναι οι συνήθως γνωστοί που καθημερινά ακούμε και διαβάζουμε στον τύπο ή τις επίσημες ανακοινώσεις: «ανθρωπιστική βοήθεια» -«δικαιώματα του ανθρώπου» - «στήριξη της Δημοκρατίας» - «δικαίωμα  προστασίας και βοήθειας πληθυσμών» - δικαίωμα  προστασία μειονοτήτων» - «εναντίον της εθνοκάθαρσης» κι άλλα τέτοια ανάλογα. Ουσιαστικά  όμως όλες  αυτές οι λέξεις και τα ονόματα, κρύβουν μία  συγκεκριμένη στρατηγική. Αν δε σ’ αυτό προστεθεί  ότι συχνά πολλές στρατιωτικές επεμβάσεις έγιναν υπό το κράτος  έντονης συγκινησιακής φόρτισης κι όχι λογικής, τότε γίνεται κατανοητό ότι κάτι  δεν πάει καλά με  τις δυτικές επιλογές  στην περιοχή της  Μέσης  Ανατολής. Η για να το πω πιο απλά: δεν υπάρχει γενικό στρατηγικό πλάνο. Κι αυτό γιατί άλλες  επεμβάσεις είναι ορθολογικές  κι άλλες  όχι. Πχ.  Η επέμβαση  στη  Λιβύη ή  αυτή στη Συρία είναι λάθος. Το ‘χω πει και γράψει πολλές  φορές. Γιατί δίνει όπλο κι εξουσία στο Τζιχαντιστές. Όμως  η επέμβαση στο Μάλι, η  τώρα εναντίον του Ισλαμικού κράτους είναι ορθές. Άλλωστε  ακόμη κι ο «ειρηνικός» Ομπάμα , μπροστά στην απειλή των Ισλαμιστών και την γενοκτονία που επιχειρούν εναντίον των χριστιανών, των Γιαζίδις, των Αλαχοϊτών, των Σιϊτών  ή των Κούρδων,  αντέδρασε λέγοντας «δεν μπορούμε να  μείνουμε με σταυρωμένα  τα  χέρια». Βέβαια κάποιος  εδώ θα  μπορούσε  να  μιλήσει και για την ευθύνη των Αμερικανών που έδιωξαν  πολλά  ικανά στελέχη που διοικούσαν χώρες  όπως το Ιρακ. ¨Όμως ας  μην σταθώ σ’ αυτή την κατάσταση που θ’ άνοιγε  εδώ  άλλο κεφάλαιο. Θέλω να  μείνω στην ανάγκη δημιουργίας ενός  σταθερού  πλαισίου που θα νομιμοποιεί κάθε στρατιωτική επέμβαση. Το χρειαζόμαστε  περισσότερο από ποτέ. Κι αυτό είναι η  επιστροφή του κυριαρχικού  ρόλου του ΟΗΕ. Η  ανθρωπότητα κουράστηκε κι εργάστηκε πολύ για να  δομήσει την οργάνωση των Ηνωμένων εθνών. Χρειάστηκαν δύο καταστροφικοί παγκόσμιοι πόλεμοι για να επιτευχθεί αυτό. Κι όμως τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, πολλές φορές  αγνοήθηκε  και ξεπεράστηκε με τεχνάσματα ή δικαιοδοσία του ΟΗΕ. Το Μάρτιο του 1999 έγινε πόλεμος στο Κόσσοβο δίχως η απόφαση να περάσει από το Συμβούλιο Ασφαλείας και δίχως  να  γίνει συζήτηση με τους Σέρβους, στο κράτος  των οποίων άνηκε αυτή η επαρχία. Κάτι ανάλογο έγινε με τους πολέμους στην Γεωργία και την  Ουκρανία. Αλλά επίσης και το  2003 η Αμερική σνόμπαρε τα  Ηνωμένα Έθνη κι αποφάσισε την επέμβαση στο Ιράκ δίχως εντολή του διεθνούς οργανισμού. Βέβαια  οι συγκυρίες κάποιες φορές είναι τέτοιες ώστε πρέπει να  γίνουν γρήγορε δράσεις που να ξεπερνούν τα όρια του ΟΗΕ. Γι’ αυτό και θα  πρέπει να υπάρξει ένα πλαίσιο. Αυτό πρέπει να λάβει υπόψη του  τις εξής  βασικές  συνθήκες Δεν θα πρέπει να διωχθεί  η εκάστοτε τοπική εξουσία αν προηγουμένως δεν έχει βρεθεί η αντίστοιχη επί τόπου που θα  την αντικαταστήσει, ώστε να  μην έχουμε φαινόμενα τύπου Τζιχαντιστών που εκμεταλλεύονται το κενό εξουσίας και παίρνουν όπλα, χρήματα και δύναμη από τέτοιες καταστάσεις. Αλλιώς όποιες στρατιωτικές παρεμβάσεις προκαλούν αναρχία και φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα. Επίσης, όταν γίνεται παρέμβαση πρέπει να γίνεται για την προστασία των πληθυσμών και μόνο γι’ αυτό κι όχι να  προκαλείται η διχόνοια μεταξύ των πολιτών. Κι ακόμη: αυτού του είδους οι πόλεμοι είναι πολυέξοδοι.  Το να  επέμβεις δύο φορές πχ.  Στην Λιβύη  για το ίδιο θέμα προκαλώντας αντίθετο αποτέλεσμα, βαρύνει τους φορολογούμενους, οι οποίοι δυσανασχετούν από την αναποτελεσματικότητα αυτής της  άναρχης στρατηγικής. Όλοι μας θυμόμαστε την θριαμβευτική εμφάνιση του Σαρκοζί  και τα διθυραμβικά  του λόγια μετά την πτώση του Καντάφι. Όμως το αποτέλεσμα είναι σήμερα τόσο διαφορετικό και οι φράσεις του Γάλλου προέδρου ηχούν ακόμη ως  κούφιες κι επιπόλαιες. Γιατί ξαφνικά  ή  άλλοτε «νομιμοκρατούμενη» Λιβύη, εκτός  από τον αιματηρό εμφύλιο που ζει σήμερα, έχει γίνει άντρο τρομοκρατίας και μεσογειακό πέρασμα παράνομων μεταναστών και  εμπόρων ναρκωτικών. Οι « εσωτερικοί» πόλεμοι μπορούν να  γίνουν αποδεκτοί  μόνον εάν ληφθούν υπόψη τα  προαναφερθέντα ηθικά , ανθρωπιστικά κι  οικονομικά  κριτήρια. Διαφορετικά μετατρέπονται σε ηθική, οικονομική κι ανθρωπιστική πληγή για την  ίδια τη Δύση. Ένας τέτοιου είδους πόλεμος είναι κάτι το πολύ σοβαρό για ν’ αντιμετωπίζεται με την ελαφρότητα που  ως τώρα  αντιμετωπίστηκαν αρκετοί  απ’ αυτούς κυρίως στην  Μέση  Ανατολή.

Δημοσθένης Δαββέτας
Oct 232014
 

 Η Επανάσταση των Παραδόσεων

Εδώ και ένα χρόνο και σε τακτά χρονικά διαστήματα, ένα πλήθος ανθρώπων που αυξάνεται σοβαρά, διαδηλώνει στις Γαλλικές πόλεις, με τ’ όνομα «διαδήλωση για όλους». Πρόκειται για μια ετερόκλητη σύναξη, ιδιαίτερα δυναμική και μαχητική, παρά τις σκληρές κι αστυνομικές μεθόδους αντιμετώπισης της από την σοσιαλιστική κυβέρνηση. Κύριο αίτημα της η υπεράσπιση διαχρονικών πολιτισμικών αξιών, όπως μεταξύ άλλων  η οικογένεια ή το έθνος. Αντίπαλοί τους, οι προοδευτικοί, οι οποίοι και τους αποκαλούν εχθρικά «ακροδεξιούς», «φανατισμένους θρησκευόμενους», «συντηρητικούς» και διάφορα τέτοια γνωστά. Η βασική όμως διεκδίκηση αυτού του συνειδητού πλήθους δεν είναι ούτε κομματική, ούτε πολιτικά ιδεολογική. Είναι πάνω από όλα η ανάγκη να μην διαλυθούν τα κύτταρα της κοινωνίας, όπως η οικογένεια. Γι’ αυτούς «πρόοδος» δεν σημαίνει διάλυση αξιών. Δεν σημαίνει ισοπεδωτικός μηδενισμός. Δεν σημαίνει αδιάφορη ουδετερότητα ως όρια της άλλοτε σιωπηλής ή άλλοτε κραυγαλέας περιφρόνησης ιστορικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών ή εθνικών συμβολισμών. Είναι βάρβαρα άδικο, να βλέπεις νέους, ηλικιωμένους άνδρες, γυναίκες, διαφορετικών πολιτικών και πολιτισμικών προελεύσεων να διεκδικούν την διατήρηση διαχρονικών αξιών και να χαρακτηρίζονται «σκοταδιστές», «αντιδραστικοί», «συντηρητικοί». Ο αριστερός σκεπτικισμός, στα όρια της εμπορευματοποίησης των πάντων, οδηγεί την κοινωνία σε μία «προοδευτική» παρακμή, όπως αυτή που ζούμε σήμερα, με νέους στερημένους εκπαιδευτικής αγωγής και πολίτες στερημένους πολιτισμικά. Η «πρόοδος» της «σχετικοποίησης» οδηγεί σε αξιακό μηδενισμό. Η «διαδήλωση για όλους» είναι μία ήρεμη αντίσταση εναντίον αυτής της ισοπέδωσης. Θέλει να προφυλάξει τις βασικές ανθρώπινες αξίες. «Δεν εγκαταλείπουμε τίποτα» φωνάζει το πλήθος, και η αποφασιστικότητα τους είναι εμφανής. Πρόκειται για ένα μεταμοντέρνο κοινωνικό κίνημα όπου η εξέλιξη και παραδοσιακές αξίες πρέπει να συνεργούν κι όχι ν’ αντιμάχονται. Αυτό το κίνημα δεν θέλει να χάσει τις θεμελιώδεις βάσεις του πολιτισμού, δεν θέλει την διάλυση οικογένειας κι έθνους. Πιστεύει στις ρίζες κι όχι στο νομαδισμό ή στο γκρέμισμα των συνόρων. Αν και δεν στηρίζεται από τα επίσημα πολιτικά κόμματα, τα οποία και δεν εκφράζονται μήπως και η συμπεριφορά τους χαρακτηριστεί «πολιτικά ανορθόδοξη», εντούτοις, εκφράζουν την αγωνία της ταυτότητας των πολιτών. Το ταυτοτικό ζήτημα σαν υπαρξιακό ερώτημα μπαίνει έτσι σαν βασικό θέμα. Ποιοί είμαστε πολιτισμικά; Πού πηγαίνουμε; Πως επιβιώνουμε στην σαρωτική λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης; Τέτοια είναι μεταξύ άλλων τα βασικά ερωτήματα αυτής της επανάστασης των παραδόσεων, η οποία σιγά-σιγά χτίζει την πορεία της δίχως να καθοδηγείται από επίσημα γνωστά πολιτικά κόμματα. Δίχως την βοήθεια της πολιτικής ελίτ και των media, το πλήθος αυτό επιβάλλει την σιωπηλή του αντίσταση, απέναντι στον οδοστρωτήρα, μία κακώς εννοούμενης αριστερής προοδευτικότητας.

Δημοσθένης Δαββέτας

 

Oct 212014
 

“Λάθος Στρατηγικής”

Πριν λίγες μέρες ο Γάλλος υπουργός άμυνας ζήτησε την στρατηγική επέμβαση στη Λιβύη. Και ξαφνικά αναρωτήθηκα μα δεν συνέβη αυτό πριν τρία χρόνια; Δεν επενέβησαν οι Δυτικοί μ’ επικεφαλής την Γαλλία του Σαρκοζί για να επιδιώξουν βίαια τον δικτάτορα Καντάφι και να εδραιώσουν στην χώρα την Δημοκρατία; Τι χρειάζεται λοιπόν μία δεύτερη επέμβαση; Η κοινή λογική απάντηση που υπάρχει εδώ είναι η εξής: κάτι δεν πήγε καλά με την πρώτη. Κι όμως ο Καντάφι εκδιώχτηκε, λυντσαρίστηκε, το σύστημα του διαλύθηκε και την εξουσία πήραν οι αντάρτες ισλαμιστές αυτοί που στηρίχτηκαν από τις δυτικές δυνάμεις. Τι έκαναν όμως οι αντάρτες Ισλαμιστές όταν πήραν την εξουσία; Ότι ξέρουν να κάνουν οι τζιχαντιστές. Δολοφονίες, εγκλήματα, επιβολή θεοκρατικών νόμων, ίντριγκες, εμφύλιες συρράξεις, γενικώς όλα, εκτός από την θεμελίωση δημοκρατικών θεσμών. Αντίστοιχα συνέβη και στο Ιράκ, όπου να μεν υπάρχει μια κεντρική κυβέρνηση, όμως ένα μεγάλο μέρος της χώρας έχει καταληφθεί από τους φανατικούς του Ισλαμικού κράτους και ο εμφύλιος είναι πραγματικότητα. Κι όμως πήγαν εκεί και πάλι οι Αμερικανοί να διώξουν τον δικτάτορα Σαντάμ και να εδραιώσουν την Δημοκρατία στη χώρα του. Παραλίγο να γίνει κάτι ανάλογο και στην Συρία όπου και πάλι η «Δύση» στόχευσε τον Άσσαντ και θέλησε να διαλύσει το δικτατορικό σύστημα για να επαναφέρει τους Δημοκρατικούς θεσμούς. Σ’ αυτή βέβαια την περίπτωση δεν έφυγε ο Άσσαντ, όμως ένα μέρος της Συρίας καταλήφθηκε από τους φανατικούς Ισλαμιστές, με τους οποίους υπάρχει εξίσου εμφύλιος πόλεμος. Και στις τρεις περιπτώσεις η πολιτική αυτή των Δυτικών ήταν λάθος. Επικίνδυνο λάθος που απειλεί την γεωπολιτική ισορροπία της περιοχής. Ο Καντάφι κι ο Σαντάμ, αλλά και ο Άσσαντ, δεν υπήρξαν εχθροί της Δὐσης. Είχαν απαρνηθεί την τρομοκρατία, (ειδικά μάλιστα ο Καντάφι είχε αποζημιώσει και τα θύματα του), είχαν απαρνηθεί την ιδέα των πυρηνικών όπλων, (μάλιστα ο Καντάφι είχε αποκαλύψει το επικίνδυνο εμπόριο πυρηνικών του Πακιστανού επιστήμονα Α.Φ. KHAN), είχαν κυνηγήσει, όπως κι ο Μουμπάρακ της Αιγύπτου, τους ισλαμιστές τρομοκράτες, σταματούσαν το ανθρώπινο εμπόριο μεταναστών μεταξύ Νότιας Σαχάρα και Μεσογείου, και γενικώς είχαν καλές σχέσεις με την Δύση. Δεν ήταν λοιπόν αυτοί που αποκεφάλισαν τους ομήρους, δεν ήταν αυτοί που σκότωσαν τα νεαρά Εβραιόπουλα στην συναγωγή της Τουλούζης ή αυτοί που έβαλαν τις ανθρωποκτόνες βόμβες στο μετρό του Παρισιού. Αυτοί που τα ‘καναν αυτά, είναι αυτοί που μονομερώς κήρυξαν τον πόλεμο στις δυτικές αξίες, είναι οι ισλαμιστές. Κι είναι λάθος στρατηγικής η πολιτική Γάλλων, Εγγλέζων κι Αμερικανών οι οποίοι στο όνομα της «αντιδικτατορικής» τους ρητορικής και πολιτικής πρακτικής κατέστρεψαν τρείς χώρες. Κάποιες φορές είναι προτιμότερο ένας δυτικόφιλος δικτάτορας παρά ένας αντιδυτικός βάρβαρος τζιχαντιστής. Γιατί δεν μπορούμε να μιλήσουμε για δημοκρατία μ’ όσους την αρνούνται ιδεολογικά, φιλοσοφικά, θεσμικά και πρακτικά. Μπορεί δικτάτορες όπως οι Καντάφι ,Σαντάμ και Άσσαντ να είναι αντίπαλοι όμως δεν είναι εχθροί, τουλάχιστον στην σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Η σωστή πολιτική θα ’ναι ν’ αποκατασταθούν οι σχέσεις με αυτές τις χώρες, να τους συγχωρήσουν τα λάθη, όπως έγινε και με την Σαουδική Αραβία. Δεν πρέπει οι καλές προθέσεις να μπερδεύουν αντιπάλους μ’ εχθρούς. Ο εχθρός σήμερα είναι ένας και μόνο, ο τζιχαντισμός, μ’ όλα τα πιθανά πρόσωπα που ‘χει στην παγκοσμιοποιημένη διάστασή του.

Δημοσθένης Δαββέτας
Καθηγητής Πανεπιστημίου, εικαστικός, ποιητής
Σύμβουλος του Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά σε θέματα πολιτισμού

Oct 212014
 

“Η Νέα Ρωσσία”

Κι ενώ το Κίεβο και η Μόσχα ξαναρχίζουν δειλά τον διάλογο τους, φαίνεται ότι το ΝΑΤΟ συνεχίζει να παραμένει ‘πως και τα χρόνια του ψυχρού πολέμου, ο βασικός εχθρός της Ρωσσίας. Ο Πούτιν πρόσφατα κατηγόρησε την Ατλαντική συμμαχία ότι χρησιμοποιεί την ουκρανική κρίση για να ξαναζωντανέψει. Δεν το ’πε άλλωστε τυχαία. Ανακοινώνοντας την ενίσχυση της παρουσίας του το ΝΑΤΟ στ’ ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, επιβεβαιώνει τις καταγγελίας της Μόσχας, ότι έχει βάλει σ’ ενέργεια την επεκτατική του πολιτική στ’ ανατολικά, είτε με τα αντιπυραυλικά συστήματα που εγκατέστησε στην Πολωνία, είτε βάζοντας τις βάσεις για ένταξη της Γεωργίας στην ατλαντική συμμαχία, είτε πάλι με την στάση της στην Ουκρανία. Απέναντι σε αυτή την στρατηγική η Ρωσσία ξεδιπλώνει τη δική της: η γέννηση της Νέας Ρωσσίας. Στο πρόβλημα της Γεωργίας, ο Πούτιν απαντά με την προσάρτηση της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας το 2008. Στο θέμα της Ουκρανίας αντέδρασε με το πόλεμο του Ντον-μπάς. Τι φανερώνουν αυτές οι κινήσεις; Φανερώνουν την προσπάθεια της Μόσχας να δημιουργήσει μία ζώνη προστασίας απέναντι στο ΝΑΤΟ. Τελείωσε η περίοδος «φιλίας» μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία και το 2009 ωθούσε την Ρωσσία να δίνει ελικόπτερα MI στην ατλαντική συμμαχία στο Αφγανιστάν. Τελείωσε η συμμαχία το 1997 μέσω του συνεταιρισμού που ‘χε δημιουργηθεί την επομένη της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης. Τώρα έχει εγκατασταθεί η συνεχής δυσπιστία κι υποψία μεταξύ των δύο ισχυρών αντιπάλων. Οι Ρώσσοι πατούν σ’ αυτό το σημείο της προστασίας της πατρίδας, για να δικαιολογήσουν μια σειρά από ενέργειες στρατιωτικές αλλά και οικονομικές, όπως όταν ο Πούτιν, επένδυσε τετρακόσια δισσεκατομμύρια ευρώ για ένα στρατιωτικό πρόγραμμα προστασίας της χώρας. Αυτό το νέο «πατριωτικό» δόγμα, το όποιο και ως το τέλος του 2014, θα ανακοινωθεί επίσημα, στηρίζεται για ν’ αντιμετωπίσει τα Νατοϊκά σχέδια. Όμως κάποιες κουβέντες του στρατηγού Iouri Balouevski, υπευθύνου αυτής της νέας «στρατιωτικής» αντίληψης, αφήνουν να διαφανεί και μία δεύτερη ερμηνεία αυτής της στρατηγικής. Λέει αυτός «πάνω από εκατό χρόνια προσπάθησαν οι εξωτερικοί εχθροί να νικήσουν το έθνος μας και δεν τα κατάφεραν». Συμπληρώνοντας εμφαντικά «αντίθετα οι όποιες προσπάθειες να καταστρέψουν έμμεσα το κράτος μας και εκ των έσω προερχόμενες, παραμένουν πολύ επικίνδυνες». Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το δεύτερο σημείο της ρωσικής «πατριωτικής» στρατηγικής. Πρόκειται για τον φόβο μίας «Αραβικής Άνοιξης» στο εσωτερικό της χώρας. Διπλός είναι λοιπόν ο στόχος της «Νέας Ρωσσίας». Ο εσωτερικός κι ο εξωτερικός εχθρός. Κι ο δεύτερος είναι ο πιο επικίνδυνος γιατί, μέσω εξεγέρσεων τύπου Ουκρανικού Μαϊντάν, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα κακό ντόμινο επαναστατικών μιμήσεων στη χώρα. Συνεπώς δείχνοντας με το δάχτυλο το ΝΑΤΟ ως τον κύριο εχθρό της η Μόσχα, κατά βάθος βάζει τις βάσεις για ν’ αποτρέψει, πιθανές εσωτερικές αντιδράσεις, που θα μπορούσαν να’ ναι μία τεράστια κοινωνικής βόμβα στα σπλάχνα της.
Δημοσθένης Δαββέτας

Oct 172014
 

“Ο Μαρξ κι ο Αλλάχ”
Οι Τζιχαντιστές στο κουρδικό κομπανί, προχωρούν πάρα τις αεροπορικές επιθέσεις που δέχονται από τους Αμερικανούς. Δεν φοβούνται. Ενώ μέσα από την δημοσιοποίηση των αποκεφαλισμών ομήρων, χρησιμοποιούν το Ιντερνέτ και τα ΜΜΕ για να μεταφέρουν τον φόβο στους Δυτικούς, οι οποίοι κι ανακαλύπτουν ότι οι ισλαμιστές τους κήρυξαν πόλεμο. Η αρχική ιδέα ότι οι βάρβαρες πράξεις των Τζιχαντιστών ήταν μεμονωμένες εγκαταλείφθηκε κι οι ευρωπαϊκές και Αμερικάνικές εφημερίδες έχουν το ζήτημα στα πρωτοσέλιδα τους. Μια ματιά δε στο γεωγραφικό χάρτη των Ισλαμιστών δείχνει ότι καμμιά δεκαπενταριά ομάδες τζιχαντιστών συγχρονίζονται στα μέρη τους και δρουν δολοφονικά στ’ όνομα του Αλλάχ. Σκοτώνουν και βασανίζουν στ’ όνομά του. Πως γίνεται και φτάσαμε εδώ; Πώς γίνεται το μίσος ν’ απειλεί σοβαρά την λογική; Ως τώρα το φαινόμενο αυτό είχε αντιμετωπιστεί με διάφορες μαρξιζούσες αναλύσεις του τύπου «όλες οι θρησκείες ως όπιον λαού, είναι στην αρχή βίαιες», «το Ισλάμ δεν έχει εκσυγχρονιστεί όσο πρέπει», – αν και πριν κάποιες δεκαετίες έγιναν πολλές προσπάθειες-, ή ακόμη «οι κάτοικοι αυτών των χωρών είναι φτωχοί», άρα η οικονομική εξαθλίωση οδηγεί στο φανατισμό. Αυτά τα τελευταία ειδικά επιχειρήματα που στηρίζονται στην φτώχια ως αιτία ακρότητας ή στην απόρριψη ως οδηγό στην τρομοκρατία, θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά, αν οι βασικοί πύρινες των Τζιχαντιστών ήταν κάποιοι νέοι εγκαταλελειμμένοι, πάμπτωχοι αγράμματοι, εξαθλιωμένοι, κάτι σαν σύγχρονοι μουζίκοι. Όμως δεν είναι. Οι περισσότεροι από αυτούς, η πρωτοπορία των Ισλαμιστών , είναι σπουδαστές ανωτάτων σχολών στις χώρες τους (συχνά γεννημένοι στη Δύση) κι είναι ικανοί στο να χειρίζονται άριστα τα σύγχρονα μυστικά της επικοινωνίας, της μαζικής ψυχολογίας, της πληροφορικής, της στρατηγικής. Χτυπούν μ’ ακριβή μέθοδο και τακτική. Αυτή η διαπίστωση ανατρέπει τις κοινωνιολογούσες μαρξίζουσες αναλύσεις του οικονομικού κριτηρίου, και οδηγεί την αιτία της βάρβαρής συμπεριφοράς τους σε πνευματικές, πολιτισμικές και θρησκευτικές αιτίες. Είναι κατοικημένοι από θεολογικό φανατισμό. Από την θεολογία του μίσους. Όταν διατυπώνουν ότι μόνον αυτοί είναι «πιστοί» κι όλοι όσοι είναι διαφορετικοί είναι «άπιστοι», και σαν τέτοιοι πρέπει να βασανιστούν , να εξοντωθούν, τότε το μίσος γίνεται θεολογική έννοια. Πρόκειται για την απόλυτη θεολογία του μίσους. Η οποία είναι το αντίθετο της Αγάπης που πρεσβεύει η θρησκεία. Αυτή η έλλειψη Αγάπης, είναι έλλειψη Αγάπης προς το συνάνθρωπο τους και προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Πρόκειται για μίσος προς τον συνάνθρωπο τους και προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Πρόκειται για εξωστρεφή αδιαφορία προς την Ιστορία και τον Πολιτισμό. Πρόκειται για έλλειψη αυτοεκτίμησης που οδηγεί στην βέβαιη αυτοκαταστροφή.
Δημοσθένης Δαββέτας

Oct 152014
 

Τροπική Επανάσταση;

Όταν το Χονγκ –Κόνγκ έφυγε από τους Βρετανούς και πέρασε υπό την εξουσία των κινέζων, οι περισσότεροι από τους κατοίκους ανησύχησαν για τις συνέπειες που θα μπορούσε να ΄χε αυτή η αλλαγή στην ως τώρα δημοκρατική τους κουλτούρα. Γνωρίζοντας δε την κινεζική αντίληψη την όχι και τόσο φιλική προς τους θεσμούς της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, πρόβαλαν επιτακτικά πολλά αιτήματα, ένα των οποίων ήταν οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Η πίεση τους δε ήταν τέτοια που το Πεκίνο δέχτηκε τον θεσμό των εκλογών, τις οποίες βέβαια αν κι υποσχέθηκε για το 2012, στην συνέχεια τις ανέβαλλε για το 2017. Η στρατηγική λογική των Κινέζων είναι γνωστή: επειδή δεν καταλαβαίνουνε τις δημοκρατικές ευαισθησίες των κατοίκων του Χονγκ –Κόνγκ, (αλλά και βεβαία κατά βάθος δεν συμφωνούμε) κερδίζουμε χρόνο, μέσα από τις αναβολές και καθυστερήσεις των συμφωνιών. Ταυτόχρονα οι πολίτες του Χονγκ –Κονγκ όλο και συνδέονται περισσότερο οικονομικά με την Κίνα. Μέσα από την στρατηγική λοιπόν της οικονομικής εξάρτησης πιστεύουν ότι θα επέμβουν και θα καθοδηγήσουν τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Γι’ αυτό άλλωστε και, ναι μεν συμφώνησαν να τους επιτρέψουν εκλογές , αλλά οι υποψήφιοι θα εγκρίνονται από το Πεκίνο, το οποίο και θα ελέγχει τον «Πατριωτισμό» τους. Αυτού του είδους η πολιτική του κομπρεσέρ, που επεβλήθη με θλιβερά αποτελέσματα ως γνωστόν στο Θιβέτ, δεν φαίνεται να ΄ναι το ίδιο αποδοτική στην περίπτωση του Χονγκ –Χονγκ. Οι πολίτες του έχουν σοβαρά προβλήματα μετά την Βρετανική περίοδο της ζωής τους: ακρίβεια στα σπίτια, μείωση του οικοδομικού παράγοντα, όλο και αυξανόμενη διαφορά πλούσιων και μεσαίας τάξης, έλλειψη θέσεων στα σχολεία και στα νοσοκομεία ή άλλου είδους γενικώς κοινωνικά προβλήματα. Για όλη αυτή την όλο και πιο δυσάρεστη με τον καιρό κατάσταση οι κάτοικοι του Χονγκ- Κονγκ θεωρούν υπεύθυνους τους εκ της «Ηπειρωτικής χώρας» όπως τους λένε κινέζους, οι οποίοι με την χρήση των χρημάτων τους πάνε να καταστρέψουν τα πάντα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι εφημερίδες τους συχνά τους κατηγορούν μέσα από φράσεις όπως μαιευτικούς τουρίστες «tourists obstetrique» υπαινιγμό για κύματα γυναικών της ηπειρωτικής χώρας που ‘ρχονται να γεννήσουν στον Χονγκ – Κόνγκ για ν’ αποκτήσουν άδεια παραμονής. Στα εικονογραφικά τους δε σχόλια εμφανίζουν ένα γιγάντιο κύκλο (συμβολίζοντας τους κινέζους) ν’ απειλεί την λιμενούπολη . Από την άλλη πλευρά, ένας κινέζος πανεπιστημιακός ονόμασε τους Χονγκογκέζους «μπάσταρδους» – «προδότες» που υπηρέτησαν σαν σκύλοι τους Βρετανούς αποικιοκράτες. Μια τέτοια διαμάχη που κρύβει εσωτερικές οικονομικές και πολιτισμικές διαφορές δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σ’ δυναμικές αντιδράσεις: εκτός των συνεχών ύβρεων επίσης κάθε χρόνο στις Τέσσερις Ιουνίου οι κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ, κατά δεκάδες χιλιάδες ανάβουν μικρά κεριά στο Victoria Parκ, για να διατηρήσουν ζωντανή την μνήμη της εξέγερσης στην πλατεία Τιεναμεν.
Τ’ αποκορύφωμα ήρθε τις τελευταίες μέρες όπου χιλιάδες διαδηλωτές κρατώντας ομπρέλες κατέλαβαν το κέντρο της πόλης και εκτός από συνθήματα κατά των κινεζικών άρχων, προέβησαν ακόμη και σε κατάληψη του. Μια τέτοια στάση, όχι και ευχάριστη για την κομμουνιστική νοοτροπία προκάλεσε βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία. Οι διαδηλωτές όμως δεν υποχωρούν και το πλήθος τους καθημερινά αυξάνεται εντυπωσιακά. Οι συμβολισμοί που χρησιμοποιούν είναι οι εξής: καροτσάκια σουπερ- μάρκετ, που περιλαμβάνουν μεταλλικό νερό, σόδα, μπισκότα, μακαρόνια κλπ. Είναι ένας τρόπος για να δείξουν ότι θα μείνουν για καιρό κι εγκαθίστανται εκεί. Κι ακόμη: χρησιμοποιούν ομπρέλες, μεγάλες, μικρές, μαύρου ή κίτρινου χρώματος. Η ομπρέλα που βοηθά για τη βροχή τον ήλιο, επίσης βοηθά στα δακρυγόνα ή τα σπρέι πιπεριάς που ρίχνει ή αστυνομία. Ο συμβολισμός είναι φανερός. Αντίσταση ειρηνική αλλά αποφασιστική και διάρκειας που δεν θα υποχωρήσει εύκολα κι άμεσα. Ποιες οι επιλογές των κινεζικών αρχών απέναντι σ΄ αυτή την όλο και πιο «ανεξέλεγκτη» κατάσταση;
Η άμεση βία θα προκαλούσε διεθνείς κατακραυγές. Και δεν θα το ΄θέλαν. Τους μένει λοιπόν η φθορά στον χρόνο. Δίχως να υποχωρήσει φανερά, σίγουρα θα δεχτεί κάποιες μικροαλλαγές πιστεύοντας πως με τον καιρό «το κίνημα των ομπρελών» θ’ αποδυναμωθεί. Όμως ένα πράγμα είναι βέβαιο: το δημοκρατικό «μικρόβιο» έχει αρχίσει για τα καλά ν απλώνεται στη μεσαία τάξη του Χονγκ –Κονγκ. Από την στιγμή που η αντίθεση πήρε έναν χαρακτήρα και ένα όνομα, αυτό μοιραία παίρνει και τα χαρακτηριστικά μιας εξέργεσης. Γράφεται πια σαν η αρχή μιας Ιστορίας. Και το γεγονός αυτό είναι μία σοβαρή σπαζοκεφαλιά γα το Πεκίνο, που προς το παρόν δείχνει να μην έχει άποψη για το πώς θ΄ αντιμετωπίσει την κατάσταση. Για το πώς θα σπάσει αυτό το αντικινεζικό μέτωπο που όλο και μεγαλώνει περισσότερο επικίνδυνα.

Δημοσθένης Δαββέτας
Καθηγητής Πανεπιστημίου, εικαστικός, ποιητής
Σύμβουλος του Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά σε θέματα πολιτισμού

Oct 152014
 

Το τέλος της παλαιάς πολιτικής;

Η πρόσφατη επιστροφή του Νικολά Σαρκοζί στην πολιτική σκηνή δεν έγινε όπως συνηθιζόταν ως τώρα μέσα από μία συνέντευξη τύπου ή τηλεοπτική εκπομπή, αλλά μέσα από το Facebook. H προτίμηση του κοινωνικού δικτύου για ένα τέτοιο σοβαρό (για τον ίδιο πρώτα κι έπειτα για τους Γάλλους) γεγονός, σηματοδοτεί μία σειρά από συλλογισμούς που δείχνουν την σημαντική αλλαγή που συντελείται σ επίπεδο επικοινωνίας των πολιτικών αρχηγών και leaders. H επιλογή του facebook δείχνει την στρατηγική του Σαρκοζί: πρώτα απευθύνομαι στους φίλους μου, σ’ αυτούς που εξ αρχής θα με υποδεχτούν θετικά μέσα από τα «like» τους. (Δεν υπάρχει περίπτωση να έχω αρνητική αποδοχή μιας και μπορεί να σβήσω στο face book κάθε αρνητικό σχόλιο). Οι «φίλοι» δεν είναι υποχρεωτικά Γάλλοι, αλλά απ’ όλο τον κόσμο. Είναι αυτοί που έγιναν αποδεκτοί ως τέτοιοι. Δεν πρόκειται για συμπατριώτες. Ο πρώην Γάλλος πρόεδρος δεν απευθύνεται εξ αρχής σ’ όλους τους συμπατριώτες του γιατί εκεί μπορεί να εισπράξει και δυσαρέσκεια. Άλλωστε η πατρίδα δεν είναι κάτι το προσωπικό, ξεπερνά το συναισθηματικό, ψυχολογικό ή συγκινησιακό των προσωπικών στιγμών. Η πατρίδα είναι πολιτικό και θεσμικό σπίτι, συσπειρώνει εθνικό και ιστορικό στοιχείο, αγκαλιάζει τον λαό στη διαφορετικότητα του (δεξιοί- αριστεροί, πλούσιοι- φτωχοί, νέοι- γέροι, αλλά και πολίτες διαφορετικών κοινοτήτων, θρησκευτικών τάσεων και καταγωγών). Το να ξεκινάς όμως την επιστροφή σου μέσω «φίλων» σημαίνει ότι έχεις ανάγκη στήριξης, ενός θετικού ισχυροποιητικού μηνύματος. Αυτό αφορά τον εαυτό σου και την εικόνα σου προς τα έξω. Κι αυτό προτίμησε ο Σαρκοζί. Απευθύνεται προς τους υποστηρικτές για να δείξει στον ίδιο και στους άλλους ότι παραμένει ισχυρός. Το face book είναι μονόδρομος αυτής της λογικής. Η επιλογή της συγκεκριμένης πολιτικής επιστροφής ξεκινά αρνούμενη το «I don’t like» (δεν μ’ αρέσει) και επιλέγει το «like» (μ’ αρέσει). Πρόκειται για μία εικονική και πραγματική ταυτόχρονα φιλία και συμπάθεια. Γιατί όσο αλήθεια είναι όλοι αυτοί οι «φίλοι» άλλο τόσο η εκλογή καλών «φίλων» προς τα έξω αγγίζει τα όρια της εικονικής πραγματικότητας. Αυτή αφορά και τον ίδιο και τους «φίλους» ταυτόχρονα. Τον ίδιο γιατί αυτοενθαρρύνεται και τους φίλους γιατί έχουν την αίσθηση να’ ναι οι προνομιούχοι μιας οικογένειας εκλεκτών, μιας ομάδας αδελφών, μιας παρέας ευτυχισμένων και προνομιούχων. Η λογική του παγκοσμιοποιημένου θεάματος, της επικοινωνίας της παγκοσμιοποίησης, είναι μπροστά μας και πανίσχυρη όσο ποτέ. Έχει κατακτήσει τον πλανήτη μας. Γοητεύει για να επιβάλλει τους κανόνες της. Η ζωή του γεγονότος που έλεγε ο Αριστοτέλης, δεν συντελείται από μόνη της αλλά μέσα από οργάνωση των συμβάντων γεγονότων. Το συμβάν- γεγονός, επιβάλλεται έτσι πια της Ιστορίας, και της ουσίας του μηνύματος. Το μήνυμα σαν τεχνική γλώσσας, σαν άμεση προσωπική ανάγκη, γρήγορης συγκίνησης, επιβάλλεται της σκέψης, του ορθολογισμού και της μαχητικής ώριμης στοχασμού έκφρασης, που ήταν ως τώρα η πολιτική δράση. Η εικονική πλέον στράτευση, η σελίδα του profil, όλα τα κόλπα του NET αντικαθιστούν την παραδοσιακή πολιτική, την ως τώρα αιτία ύπαρξης της.
Δημοσθένης Δαββέτας
Καθηγητής Πανεπιστημίου, εικαστικός, ποιητής
Σύμβουλος του Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά σε θέματα πολιτισμού

Oct 132014
 

“Εναντίον της Δυσπιστίας”

Η πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού για ψήφο εμπιστοσύνης αλλά και η έναρξη της συζήτησης για πρόεδρο της δημοκρατίας τον Φεβρουάριο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Στηρίζονται σε μία ενιαία ουσιαστικά αρχή της Δημοκρατίας: την στήριξη της εμπιστοσύνης με τους πολίτες. Η εμπιστοσύνη είναι το στοιχείο στο οποίο στηρίζονται όλες οι ανθρώπινες συναλλαγές. Μπροστά στην απώλεια της, λόγια σκέψεις, ιδέες, πράξεις, αλλά κι αποφάσεις φαντάζουν ψεύτικα, όπως το αδειανό πουκάμισο, για να θυμηθώ εδώ τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη. Όταν σε μία συναισθηματική συναναστροφή, η επαγγελματική, ή φιλική, υπάρχει καχυποψία τότε τίποτα δεν προχωρά, όλα είναι στατικά κι αγκυλωμένα. Κι αντί για την ευχαρίστηση και την χαρά της συνέργειας υπάρχει η δυσαρέσκεια και η λύπη της δυσπιστίας. Κάπως έτσι συμβαίνει και στη πολιτική. Χρειάζεται η εμπιστοσύνη για να προχωρήσει η συνέργεια κυβέρνησης – πολιτών. Η δυσπιστία σαν φιλοσοφία, εισήχθη στον Δυτικό Πολιτισμό κυρίως με τον Νίτσε, που έβαλε σε λειτουργία το φιλοσοφικό του σφυρί και πέρασε από τον κριτικό οδοστρωτήρα του, όλες τις παραδοσιακές αξίες του πολιτισμού των ιδεωδών. Συνεχίστηκε από τους Μαρξ και Φρόυντ, όπου ο μεν πρώτος δυσπιστούσε ως προς τους Αστούς, ο δε δεύτερος, δυσπιστούσε ως προς την φαινομενική εικόνα της ψυχικής υγείας. Αυτή η δυσπιστία, στον εικοστό αιώνα ως τις μέρες μας, πήρε τις διαστάσεις της υποψίας. Ζούμε μόνιμα σ ένα πολιτισμό της «υποψίας». Υποπτευόμαστε τα πάντα και τους πάντες. Υποπτευόμαστε εξ ορισμού. Δεν ξεφεύγουμε από τα όρια της υποψίας σε σημείο ώστε να ‘μαστε μόνιμα δύσπιστοι. Κι αυτό όσο κι αν ακούγεται λογικό και για τους περισσότερους ρεαλιστικό εν τούτοις κρύβει αυτομαστίγωμα, κρύβει αυτοστέρηση της χαράς, κρύβει έλλειμμα ζεστών ανθρωπίνων σχέσεων. Αν τώρα όλη αυτή την συλλογιστική την μεταφέρουμε στο πολιτικό δίλλημα του πρωθυπουργού, τότε είναι εύκολα κατανοητό ότι αυτός αρνείται την δυσπιστία και λειτουργεί με βάση το συμφέρον της ομαλής λειτουργίας της Δημοκρατίας. Αναζητά τη εμπιστοσύνη μέσα στη ίδια την κυβέρνηση αλλά και μέσα στον κόσμο, φροντίζοντας να δείξει στην κοινωνία, από τα θετικά μέτρα που σιγά-σιγά έρχονται πως υπηρετεί το καλό της χώρας. Μόνο εάν γνωρίζεις καλά τον εαυτό σου, μόνο τότε μπορείς να ‘χεις δημιουργικό διάλογο κι επικοινωνία με τους άλλους. Μας το ‘μαθε καλά ο Σωκράτης. Και φαίνεται πως το ‘χει εμπεδώσει επίσης καλά ο πρωθυπουργός. Οι κινήσεις του θέλουν να ισχυροποιήσουν το κυβερνητικό σώμα και ταυτόχρονα να δείξουν στον κόσμο ότι οι δυσκολίες δυναμώνουν, οι δυσκολίες μπορούν να χαλυβδώσουν τον πολίτη έτσι ώστε να ‘χει μία ενεργή κι υγιή συμβολή για το καλό της χώρας, πέρα από το λαϊκισμό και την εκλογολογία του ΣΥΡΙΖΑ. Πάνω από όλα για το καλό ως τώρα θυσιών των πολιτών. Για το καλό της Δημοκρατίας.

Δημοσθένης Δαββέτας

Oct 062014
 

“Πολιτική και Πραγματικότητα”

Αν χάθηκε κάτι από πολιτική στην χώρα μας, κυρίως από το 1981 και μετά, είναι η ισορροπημένη σχέση της με την πραγματικότητα. Η κρίση που εδώ και καιρό περνάμε είναι η κορύφωση αυτής της ανισορροπίας. Το πολιτικό ψέμμα που συχνά επικαλούνται οι πολίτες είναι αποτέλεσμα της διάστασης μεταξύ αυτού που ονομάζεται πραγματικό κι αυτού που συνηθίστηκε να λέγεται κάτι τέτοιο. Ανάμεσα στα αναγκαία μέτρα του πρέπει να παρθούν από την Πολιτική κι αυτών που έχουν παρθεί, η δυναμική του ψέματος εμπόδισε συχνά τις χρήσιμες αποφάσεις κι άφησε χωρίς νόημα τις κρατικές δράσεις. Κι αυτό συνέβη γιατί, αντί ν΄ ασχοληθεί η πολιτική με το αίσθημα της πραγματικότητας που τόσο χρειάζεται μία χώρα, παγιδεύτηκε σε κομματικές τακτικές, προσωπικές και ιδεολογικές φούσκες. Η απομυθοποίηση του ψέματος και της υποκρισίας είναι συνήθη συμπτώματα ενός προβλήματος, όπου το «καθώς πρέπει» ή το «πολιτικά ορθόν» αντικατέστησε το αληθές του πραγματικού. Κι είναι αυτό ακριβώς το κλίμα που οδήγησε στη πτώση του σχολικού επιπέδου, στην νεανική βία, στον αναρχοεγωϊσμό, στην αποδυνάμωση αξιών και στην απάθεια. Το εκπαιδευτικό κι οικονομικό μας αδιέξοδο, η έλλειψη αρχών στους νέους, ο σχετικισμός όλων των αξιών, η μόνιμη καταστροφή στερεοτύπων που όμως, στην διαρκή της βιαιότητα καταστρέφει και τ’ αρχέτυπα που έχουμε τόσο ανάγκη για σημεία αναφοράς, οδηγούν όλο και σε μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ πολιτών και πολιτικής. Αν κάποιος ζει την καθημερινότητα και ακούει πολλούς από τους πολιτικούς να μιλούν θα διαπιστώσει πως οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα τους. Λες κι ο καθένας ζει σε μία διαφορετική πραγματικότητα στην ίδια τους την χώρα. Πολλοί θα πουν ότι η ευθύνη βαραίνει όσους κυβέρνησαν ως τώρα. Υπάρχει σ΄ αυτό μία αλήθεια, αν και οι γενικεύσεις κινδυνεύουν να πνίξουν τις αξιοπρόσεκτες εξαιρέσεις. Όμως εδώ και για μία ακόμη φορά θα τονίσω ότι η ευθύνη βαραίνει εξίσου και την αξιωματική αντιπολίτευση. Γιατί αν μονίμως λες σ΄ όλα όχι, αν εξ ορισμού διαφωνείς μ΄ ότι κάνει η κυβέρνηση και δεν παραδέχεσαι τίποτα, απ΄ ότι κάνει, κάτι που δεν είναι τελείως φυσιολογικό, τότε φέρεις ανάλογη ευθύνη, γιατί με την στάση σου εμποδίζεις την όποια θετική προσπάθεια που πάει να γίνει. Θα έλεγα μάλιστα ότι η αξιωματική αντιπολίτευση έχει σοβαρό ρόλο σ΄ αυτή την κατάπτωση της πολιτικής μας κουλτούρας. Πρέπει να σταματήσει αυτό, κι η πολιτική να ξαναβρεί την ειλικρινή σχέση της με την πραγματικότητα. Πρέπει οι πολιτικοί να είναι σε άμεση σχέση αλήθειας με την πραγματικότητα. Απέναντι στο άγχος των νέων (δἰχως δουλειά, δίχως πολιτισμικά σημεία αναφοράς) που ζουν σε μία μεταμορφωμένη από την κρίση κοινωνία, που βιώνουν δύσκολα τους νόμους της παγκοσμιοποίησης σαν να είναι απόκληροι της εμπορευματοποίησης των πάντων παγκοσμίως, απέναντι λοιπόν σ΄ όσους έχασαν την πίστη τους στο παρόν και το μέλλον, χρειάζεται μια νέα πολιτική γλώσσα κι από δεξιά κι από αριστερά. Χρειάζονται νέα πρόσωπα τα οποία δεν θα έχουν διεστραμμένη σχέση με την πραγματικότητα της καθημερινότητας. Το αντίθετο, θα έχουν μία ισορροπημένη σχέση, έτσι ώστε οι λέξεις των πολιτών και των πολιτικών να σημαίνουν και να εννοούν το ίδιο πράγμα. Τότε μόνο η πολιτική θα πάρει την θέση της όπως της αξίζει, αυτήν που είχε με την γέννηση της, όπως την ονόμασε ο Αριστοτέλης. Ως την ύψιστη των τεχνών. Δηλαδή την άριστη ικανότητα ισορροπίας μεταξύ λόγου, επιθυμίας και πράξης.

Δημοσθένης Δαββέτας
Καθηγητής Πανεπιστημίου, εικαστικός, ποιητής
Σύμβουλος του Πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά σε θέματα πολιτισμού